Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Εξήλθε από...



...τα ιδιαίτερα διαμερίσματά της, φορώντας ένα μπλε ρουά κιμονό, που έχει έναν δράκο κεντημένο στην πλάτη. Στο κεφάλι είχε βάλει ένα σιέλ τυρμπάν. Στηριζόταν στο μπαστούνι με την ασημί χειρολαβή και όχι σε εκείνο το γκρι με τα τέσσερα ποδαράκια-στηρίγματα, το οποίο αρνείται πεισματικά να το κρατήσει, επειδή, όπως υποστηρίζει, δεν είναι καμιά γριά. Κοντοστάθηκε στον διάδρομο, η 93χρονη Θεοδοσία, και αναφώνησε: 
-Δεν μπορώ να φοράω το τυρμπάν. Με πιάνει φαγούρα. 
-Μη το φοράτε, απάντησα η, έχουσα άγνοια κίνδυνου, αρτίστα. 
Θεοδοσία: Δεν γίνεται. Είναι χάλια τα μαλλιά μου. Θέλω ρίζα. 
Αρτίστα του βωβού: Ρίζα ελέβορου; 
Θ: Γιατί να είσαι τόσο άσχετη; Θέλω να μου βάψει κάποιος τη ρίζα των μαλλιών. 
Ατβ: Τι χρώμα; 
Θ: Ξανθό σαντρέ. 
Ατβ: Το σαντρέ είναι αυτό που βάζουν και στους τοίχους και κάνει σαν γρομπαλάκια; Άμα είναι να φωνάξω τον κυρ-Αντρέα, που έβαψε το σπίτι της χήρας, να σας τα φτιάξει. 
Θ: Όχι σαγρέ ανόητη, σαντρέ. Αλλά πού να ξέρεις εσύ από αυτά, που αφήνεις άβαφτα τα μαλλιά σου, εδώ και δυο δεκαετίες; Τέλος πάντων, να πας να μου πάρεις βαφή και να κανονίσεις με μια κομμώτρια να έρθει να μου τα περάσει. 
Ατβ: Και πώς θα τη ζητήσω τη μπογιά μητέρα; 
Θ: Ναι, σωστά, γιατί την προηγούμενη φορά που πήγες, μου έφερες αλλά αντί άλλων… Να πάρεις τηλέφωνο την κομμώτρια και να μου τη δώσεις να της πω να φέρει εκείνη. Και κλείσε κανένα παράθυρο επιτέλους! Έχει ψοφόκρυο εδώ μέσα! Ένα ρίγος με διαπερνά! 
Ατβ: Μα γιατί; Αυτές τις ημέρες έχει 35 βαθμούς έξω και μέσα στο σπίτι είναι μια χαρά η θερμοκρασία. 
Θ: Αυτό που σου είπα! 
Ατβ: Μάλιστα μητέρα, ότι πείτε. Εν τω μεταξύ, να πεταχτώ στο ντελικατέσεν, να σας πάρω παστουρμά, που ζητήσατε χθες; 
Θ: Ακόμα δεν πήρες; Δεν εισακούγομαι πια σ’ αυτό το σπίτι! 
-Φεύγω πάραυτα μητέρα, της είπα και σηκώθηκα από την καρέκλα. 
-Και τι; Εγώ θα μείνω μόνη μου; είπε με ύφος λυπημένο, αφήνοντας έναν βαρύ αναστεναγμό… 
Και κάπου εδώ, η αρτίστα, στέκομαι και την κοιτώ αποσβολωμένη, μη έχοντας κάτι άλλο να πω, διότι έτσι κι αλλιώς, δεν έχει νόημα και άκρη δεν θα βγάλω. Ας πάρω, τουλάχιστον, τηλέφωνο την κομμώτρια… 

 #tizwpalirepoustimou
#posi_upomoni_pia
#kapoios_na_me_swsei

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Εκεί που προχωρούσα...



...αμέριμνη στο δρόμο, με σταματάει και με καλημερίζει μία υπερφίαλη, αντιπαθής και πρωτίστως κουτσομπόλα γειτόνισσα, η οποία, εμφανέστατα, θέλει να μου πιάσει την κουβέντα. 
-Τι νέα; τη ρωτάω από ευγένεια και για να μη λέει ότι είμαι σνομπ. 
-Βγήκα για ψώνια προχθές και αγόρασα ένα φοβερό φόρεμα με 150 ευρώ, μου λέει με περισσή περηφάνια. 
-Ακριβό δεν είναι; της λέω. 
-Όχι καλέ, μου απαντάει. Είναι μπόχο στάιλ! Η απόλυτη τάση για εφέτος! 
Στην πορεία της κουβέντας και ενώ μου εξηγούσε για το συγκεκριμένο στυλ, κατάλαβα ότι μπόχο ήταν, τη δεκαετία του '80, τα σανδάλια μου με τα φτερά και τις χάντρες, που αγόραζα ένα πεντακοσάρικο από το Μοναστηράκι, η φούστα με τα κρόσσια, το ένα μου μακρύ σκουλαρίκι και οι πουκαμίσες-νυχτερίδα που έπαιρνα μπιρ παρά απ τα γκρηκ αρτ της Πλάκας... 
Άσε μας καλή μου... Όταν εμείς φορούσαμε τα μπόχο, εσείς ράβατε ακόμα βάτες στα σακάκια!
Ε μα πια...